Έμεινα σ' αυτόν τον τόπο πάνω από δέκα χρόνια. Κατά πολλούς πέρασα εδώ τα καλύτερά μου χρόνια· ήρθα σαν φοιτητής, ανήλικος κι αμούστακος ακόμα, πήρα πτυχίο, έκανα μεταπτυχιακά, δούλεψα για καμιά πενταετία. Ουδέν μονιμότερο του προσωρινού. Στην αρχή θα έμενα για τέσσερα χρονάκια. Μετά το πτυχίο, η προσφορά των παραπάνω σπουδών με υποτροφία ήταν μια πρόταση που δύσκολα θα αρνιόμουν. Ύστερα ήρθε η προσφορά για δουλειά: αξιοπρεπής μισθός, ενδιαφέρον αντικείμενο, τέλειωνε κι η υποτροφία, δεν το πολυ-σκέφτηκα, είπα το ναι.
Η αλήθεια είναι ότι εδώ και αρκετό καιρό αισθανόμουν κολλημένος στο μέρος. Με είχαν μάθει και οι πέτρες, τους είχα μάθει όλους κι εγώ· απ' την καλή κι απ' την ανάποδη. Ουδείς προφήτης στον τόπο του γαρ, πάντα υπήρχαν οι πιο παλιοί -οι από καιρό μόνιμοι- που εξακολουθούσαν να με βλέπουν σαν τον μικρό, τον μαθητή τους. Δύσκολα να σε δουν σαν συνάδελφο. Από την άλλη, η συνήθεια του μέρους μου δημιουργούσε μια ασφάλεια, ή μάλλον μια ανασφάλεια στο να επιδιώξω την αλλαγή.
Πόσους χειμώνες κι αν δεν πέρασα σ' αυτό το μέρος. Πόσοι και πόσοι ήρθαν, άλλοι για λίγο, άλλοι για πιο πολύ, πόσοι και πόσοι έφυγαν. Το είχα συνηθίσει και αυτό: γνώριζα κόσμο, έκανα φιλίες, δενόμουν με άτομα και μετά... μετά ερχόταν ο Σεπτέμβρης και έφευγαν μαζί με τα χελιδόνια· και χάνονταν. Μετά από μερικές εποχιακές επαναλήψεις δεν με πείραζε πια. Το είχα συνηθίσει και αυτό, αφού είχα γίνει μόνιμος σε ενα μέρος που οι υπόλοιποι ήταν εν πολλοίς εποχιακοί. Όχι όμως κι όλοι...
Σε γνώρισα πριν δέκα χρόνια, φίλε μου, μια βραδιά που παίζαμε τα τραγούδια του "Σταυρού". Μου είχες πει "τι κάνεις εσύ εδώ, χαραμίζεσαι". Πόσα και πόσα δεν περάσαμε μαζί μετά από αυτό το βράδυ. Εκδρομές, γλέντια, μουσικές, ατέλειωτα ξενύχτια κι ατέλειωτα ποτά· και ζόρια: με την δουλειά, με τα άγχη μας, με τις γκόμενές μας, με τους χωρισμούς. Έκλαιγα, θυμάμαι, στον ώμο σου ένα βράδυ για χάρη της Γεωργίας. Και μετά έφυγες κι εσύ, πήγες να βάλεις το χακί. Τότε είπα, αυτό ήταν, αφού έφυγε κι ο τελευταίος μεγάλος φίλος, ήρθε "καιρός να φεύγουμε κι εμείς σιγά-σιγά· χρυσά σαξόφωνα και μαύρα κλαρινέτα"... Αλλά δεν έφυγα. Κι όχι μόνο αυτό, ξαναγύρισες κι εσύ. Κολλημένος κι εσύ με το μέρος.
Πέρασαν άλλα τέσσερα χρονάκια... η παρέα των αιωνόβιων είχε αρχίσει να κουράζεται. Όλοι σκεπτόμασταν να την κάνουμε, είχαμε αρχίσει να βολιδοσκοπούμε επαγγελματικές εναλλακτικές απο δω κι από κει. Και ξαφνικά μού κατσε πρώτα. Και ελαφριά τη καρδία δέχτηκα την πρσφορά: ήταν καιρός να φύγω.
Και έλεγα ότι είμαι έτοιμος από καιρό, ότι έχω βαρεθεί το μέρος, ότι είχαμε βαλτώσει όλοι μαζί όσοι είχαμε μείνει, ότι ήμουν συνηθισμένος στους αποχωρισμούς... παπάρια. Το να φεύγεις εσύ είναι τελείως διαφορετικό από το να φεύγει όλος ο υπόλοιπος κόσμος. Να αφήνεις σπίτι, φίλους, την πόλη την ίδια... έδωσα και το αμάξι για απόσυρση. Έξι χρόνια το είχα και δεν με άφησε ποτέ· κι εγώ ο μαλάκας το έδωσα για παλιοσίδερα, θύμα της φυγής κι αυτό.
Και να μαι τώρα σε μια ολοκαίνουργια, μεγάλη πόλη. Καινούργιοι δρόμοι, καινούργια πρόσωπα, όλα καινούργια. Καλά που έχω και την Ελένη μαζί μου. Ούτε και ξέρω τι θα έκανα χωρίς αυτήν. Στήριξε την επιλογή μου και με ακολούθησε.
Κοιτάω τα κλειδιά του παλιού σπιτιού που πρέπει να παραδώσω αύριο και δεν μπορώ να το πιστέψω. Μου φαίνεται απλά σαν να έχω πάει μια εκδρομή και όπου να ναι θα γυρίσω πίσω... παπάρια. Η εκδρομή είναι μεγάλη και χωρίς γυρισμό, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον. Και τόσα χρόνια στο ίδιο μέρος είχα ξεχάσει πώς νιώθει ο ταξιδιώτης· κι ας έχω φάει την μισή μου ζωη στ αεροδρόμια και στα λιμάνια. Κι ας ήμουν ξένος σ' αυτό το μέρος. Ξέχασα πως είναι το ταξίδι...
Εύχομαι να είναι καλό... εν πολλοίς είναι και στο χέρι μου και θα το προσπαθήσω. Απλά τώρα, ξέρεις, με αφορμή την αλλαγή και την καινούργια άγνωστη πραγματικότητα κάθομαι και σκέφτομαι: πότε, άραγε, θα γυρίσω σπίτι μου. Σε ποιο ταξίδι, άραγε, θα τύχει "ναύλος για τον Νότο".



