Sunday, 26 April 2009

Άλλο να φεύγουν, άλλο να φεύγεις

Έμεινα σ' αυτόν τον τόπο πάνω από δέκα χρόνια. Κατά πολλούς πέρασα εδώ τα καλύτερά μου χρόνια· ήρθα σαν φοιτητής, ανήλικος κι αμούστακος ακόμα, πήρα πτυχίο, έκανα μεταπτυχιακά, δούλεψα για καμιά πενταετία. Ουδέν μονιμότερο του προσωρινού. Στην αρχή θα έμενα για τέσσερα χρονάκια. Μετά το πτυχίο, η προσφορά των παραπάνω σπουδών με υποτροφία ήταν μια πρόταση που δύσκολα θα αρνιόμουν. Ύστερα ήρθε η προσφορά για δουλειά: αξιοπρεπής μισθός, ενδιαφέρον αντικείμενο, τέλειωνε κι η υποτροφία, δεν το πολυ-σκέφτηκα, είπα το ναι.

Η αλήθεια είναι ότι εδώ και αρκετό καιρό αισθανόμουν κολλημένος στο μέρος. Με είχαν μάθει και οι πέτρες, τους είχα μάθει όλους κι εγώ· απ' την καλή κι απ' την ανάποδη. Ουδείς προφήτης στον τόπο του γαρ, πάντα υπήρχαν οι πιο παλιοί -οι από καιρό μόνιμοι- που εξακολουθούσαν να με βλέπουν σαν τον μικρό, τον μαθητή τους. Δύσκολα να σε δουν σαν συνάδελφο. Από την άλλη, η συνήθεια του μέρους μου δημιουργούσε μια ασφάλεια, ή μάλλον μια ανασφάλεια στο να επιδιώξω την αλλαγή.

Πόσους χειμώνες κι αν δεν πέρασα σ' αυτό το μέρος. Πόσοι και πόσοι ήρθαν, άλλοι για λίγο, άλλοι για πιο πολύ, πόσοι και πόσοι έφυγαν. Το είχα συνηθίσει και αυτό: γνώριζα κόσμο, έκανα φιλίες, δενόμουν με άτομα και μετά... μετά ερχόταν ο Σεπτέμβρης και έφευγαν μαζί με τα χελιδόνια· και χάνονταν. Μετά από μερικές εποχιακές επαναλήψεις δεν με πείραζε πια. Το είχα συνηθίσει και αυτό, αφού είχα γίνει μόνιμος σε ενα μέρος που οι υπόλοιποι ήταν εν πολλοίς εποχιακοί. Όχι όμως κι όλοι...

Σε γνώρισα πριν δέκα χρόνια, φίλε μου, μια βραδιά που παίζαμε τα τραγούδια του "Σταυρού". Μου είχες πει "τι κάνεις εσύ εδώ, χαραμίζεσαι". Πόσα και πόσα δεν περάσαμε μαζί μετά από αυτό το βράδυ. Εκδρομές, γλέντια, μουσικές, ατέλειωτα ξενύχτια κι ατέλειωτα ποτά· και ζόρια: με την δουλειά, με τα άγχη μας, με τις γκόμενές μας, με τους χωρισμούς. Έκλαιγα, θυμάμαι, στον ώμο σου ένα βράδυ για χάρη της Γεωργίας. Και μετά έφυγες κι εσύ, πήγες να βάλεις το χακί. Τότε είπα, αυτό ήταν, αφού έφυγε κι ο τελευταίος μεγάλος φίλος, ήρθε "καιρός να φεύγουμε κι εμείς σιγά-σιγά· χρυσά σαξόφωνα και μαύρα κλαρινέτα"... Αλλά δεν έφυγα. Κι όχι μόνο αυτό, ξαναγύρισες κι εσύ. Κολλημένος κι εσύ με το μέρος.

Πέρασαν άλλα τέσσερα χρονάκια... η παρέα των αιωνόβιων είχε αρχίσει να κουράζεται. Όλοι σκεπτόμασταν να την κάνουμε, είχαμε αρχίσει να βολιδοσκοπούμε επαγγελματικές εναλλακτικές απο δω κι από κει. Και ξαφνικά μού κατσε πρώτα. Και ελαφριά τη καρδία δέχτηκα την πρσφορά: ήταν καιρός να φύγω.

Και έλεγα ότι είμαι έτοιμος από καιρό, ότι έχω βαρεθεί το μέρος, ότι είχαμε βαλτώσει όλοι μαζί όσοι είχαμε μείνει, ότι ήμουν συνηθισμένος στους αποχωρισμούς... παπάρια. Το να φεύγεις εσύ είναι τελείως διαφορετικό από το να φεύγει όλος ο υπόλοιπος κόσμος. Να αφήνεις σπίτι, φίλους, την πόλη την ίδια... έδωσα και το αμάξι για απόσυρση. Έξι χρόνια το είχα και δεν με άφησε ποτέ· κι εγώ ο μαλάκας το έδωσα για παλιοσίδερα, θύμα της φυγής κι αυτό.

Και να μαι τώρα σε μια ολοκαίνουργια, μεγάλη πόλη. Καινούργιοι δρόμοι, καινούργια πρόσωπα, όλα καινούργια. Καλά που έχω και την Ελένη μαζί μου. Ούτε και ξέρω τι θα έκανα χωρίς αυτήν. Στήριξε την επιλογή μου και με ακολούθησε.

Κοιτάω τα κλειδιά του παλιού σπιτιού που πρέπει να παραδώσω αύριο και δεν μπορώ να το πιστέψω. Μου φαίνεται απλά σαν να έχω πάει μια εκδρομή και όπου να ναι θα γυρίσω πίσω... παπάρια. Η εκδρομή είναι μεγάλη και χωρίς γυρισμό, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον. Και τόσα χρόνια στο ίδιο μέρος είχα ξεχάσει πώς νιώθει ο ταξιδιώτης· κι ας έχω φάει την μισή μου ζωη στ αεροδρόμια και στα λιμάνια. Κι ας ήμουν ξένος σ' αυτό το μέρος. Ξέχασα πως είναι το ταξίδι...

Εύχομαι να είναι καλό... εν πολλοίς είναι και στο χέρι μου και θα το προσπαθήσω. Απλά τώρα, ξέρεις, με αφορμή την αλλαγή και την καινούργια άγνωστη πραγματικότητα κάθομαι και σκέφτομαι: πότε, άραγε, θα γυρίσω σπίτι μου. Σε ποιο ταξίδι, άραγε, θα τύχει "ναύλος για τον Νότο".

Monday, 2 March 2009

Μαιρη-διο χαράς

Σε είδα στον ύπνο μου χτες το απόγευμα: καθόμουν σε μια καρέκλα σκηνοθέτη, σε κάποιο πεζοδρόμιο. Ο καιρός ήταν ανοιξιάτικος και το σκηνικό θύμιζε Αθήνα του 50, τότε που οι άνθρωποι έβγαιναν και κάθονταν στα πεζοδρόμια το απόγευμα για να κόψουν κίνηση. Ήρθες και έκατσες απέναντί μου μονομιάς σε μια επίσης "σκηνοθετική καρέκλα", σαν να χαμε κάποιο ραντεβού· σαν να σε περίμενα. Ήσουν πολύ όμορφη, όπως πάντα· είχες αυτό το καστανο-κόκκινο μαλλί σαν τις τελευταίες φορές που σε είδα, πάνε γύρω στα τρία χρόνια τώρα... Έσκυψες προς το μέρος μου και με φίλησες στο στόμα.

Ταράχτηκα, γιατί ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο μεταξύ μας. Ταυτόχρονα όμως σαν να το περίμενα κιόλας: σαν να ήξερα ότι βρίσκομαι στη ρωγμή του χρόνου, στο πλήρωμά του, και σαν να σε περίμενα εκεί στο πεζοδρόμιο για να "επισημοποιηθεί το μοραίο"· αυτό που έπρεπε να χει γίνει χρόνια τώρα μεταξύ μας. Να ερωτευτούμε, να ενώσουμε τα χείλη και τα σώματά μας.

Το πρώτο φιλί ήταν στιγμιαίο, ίσα που ένιωσα την δροσιά σου στα χείλη μου. Μείνανε όμως εκεί, να ακουμπάνε τα δικά μου· ανοίξαμε τα μάτια μας αργά και κοιταχτήκαμε. Βούρκωσα. Και μ' έπνιξε ένα αναφιλητό που έσβησε στα χείλη σου. Η χαρά μου ήταν τεράστια, αλλά και το παράπονο μεγάλο: γιατί άργησες τόσα χρόνια; γιατί περιπλανιόμαστε σε άλλες αγκαλιές; Πές μου ότι ήρθες για να μείνεις· πές μου ότι μ' ονειρεύτηκες κι εσύ.

Σε έσφιξα και με τα δυο μου χέρια, το ένα γράπωσε τον δεξιό γοφό σου και το άλλο ακούμπησε ψηλά στον σβέρκο σου, πιέζοντας τα χείλη σου στα χείλη μου. Δεν ψάχνω την γλώσσα σου. Σου δίνω ένα παρατεταμένο φιλί μέσ' απ' τα δόντια, σε κοιτάω και βουρκώνω, σε τραβάω πάνω μου, το στήθος μου πάει να σπάσει. Γιατί σου πήρε τόσο καιρό; - Με κοιτάς και καταλαβαίνεις τι σε ρωτάν τα μάτια μου· ετοιμάζεσαι να μου απαντήσεις...

Ξυπνάω γλυκά, αλλά αμέσως χάνεται η χαρά σαν να την ρούφηξε κάποιος με καλαμάκι. Το παράπονο γίνεται μονομιάς τεράστιο. Πού είσαι, Μαίρη; - Μην φεύγεις... ήσουν έτοιμη να μου απαντήσεις- Γιατί δεν ήρθες ποτέ;

Ρίχνω νερό στο πρόσωπό μου και σκέφτομαι: γιατί δεν σου μίλησα ποτέ; - Σίγουρα είχες καταλάβει πόσο σε ήθελα τότε... σίγουρα; - Σίγουρα αν ήθελες κι εσύ θα το είχες δείξει· θα είχες έρθει... σίγουρα; - Σίγουρα δεν το έδειξες ποτέ;

Ανοίγω το PC και βρίσκω κάποιες φωτογραφίες μας· από ενα party, από κάτι διακοπές: έχουν περάσει χρόνοι δέκα, μάτια μου. Είμαι σίγουρος πως είμαι ευτυχισμένος με την κοπέλα μου. Απ' ό,τι μαθαίνω το ίδιο ισχύει και για σένα. Παρόλα αυτά η σιωπή μου προς εσένα φαίνεται να με κυνηγάει. Γιατί δεν σου μίλησα ποτέ; - Απ' την άλλη, ένα όνειρο ήταν, εντάξει· πρέπει να ετοιμαστώ να πάω για ποτάκι...

Οδηγώ αργά το βράδυ πίσω για το σπίτι, ήταν ένα γλυκό σαββατόβραδο. Την θέση της ανέμελής μου διάθεσης παίρνει μια ελαφριά μελαγχωλία όταν στο ράδιο παίζει το Τραγουδάκι:

"σαν τραγουδάκι μού μεινες, που όλο ξεχνάω τους στίχους. Και σε σφυρίζω, στα στενά σε μουρμουρίζω, μες στα λόγια σου βραχνιάζω, σε μπερδεύω, σε φωνάζω..."

Ανάβω τσιγάρο και σιγοτραγουδώ...

"κι είναι και τώρα όπως και τότε, όπως τα βράδια που μου λείπεις· σαν το τσιγάρο που αργοσβήνει το άγγιγμά σου, που μ' αφήνει... να, να, να... να... να, να, να... να, να, να..."

Tuesday, 2 September 2008

Φορτική

Την ξέρω από το γυμνάσιο. Ήταν και είναι ομορφούλα, τσαχπίνα, γεμάτη ενέργεια και αμφισβήτηση. Είχε μια ροπή στις τέχνες από τότε, πράγμα που της πρόσδιδε ακόμα περισσότερη γοητεία. Ήταν μεγάλη ανακατοσούρα· διαρκώς ερωτευμένη με κάποιον, όχι απαραίτητα με αυτόν που επέλεγε να έχει δίπλα της την δεδομένη στιγμή. Έψαχνε τα 'σώψυχά της να βρει την ισορροπία της. Όλοι γύρω της ήταν περαστικοί. Χρησίμευαν μόνο στο να ανοίγουν τον κοινωνικό της κύκλο και να την γνωρίζουν σε νέα και πιο εντυπωσιακά άτομα. Μετά τους πέταγε, με προφάσεις όπως οι προσωπικές οπτασίες, οι ανεκπλήρωτοι έρωτες και τα σχετικά. Ήταν ικανή να πηδήξει όλους τους άντρες σε μια παρέα και μετά να τους βάζει να κάθονται όλοι μαζί στο καφενείο και να την επαινούν. Ήταν το λαμπερό επίκεντρο μιας μεγάλης μελαγχολικής συντροφίας.

Ήταν πάντα αισιόδοξη και αποποιήτω της οποιασδήποτε άσχημης κατάστασης ρίχνοντας ευγενικά το ανάθεμα στους απρεπεπείς χειρισμούς των -υπόλοιπων- εμπλεκομένων· όλα τα έβλεπε άσπρα και κυνηγούσε διαρκώς το ¨λευκό¨ της. Κάποια στιγμή μας είχε κάνει όλους μπάχαλο. Μας είχε κάνει υποσυνείδητα να υποβαθμίζουμε το μέγεθος και την αξία των συναισθημάτων μας και των καταστάσεων γύρω μας. Δεν ξέραμε ποιος είναι φίλος με ποιον, ποιος είναι ο εραστής ποιας, και κατά πόσο η οποιαδήποτε συναισθηματική απογοήτευση ήταν πραγματική ή απλά μια αυθυποβολή.

Μεγαλώσαμε. Πέρασαν 20 χρόνια από τότε, άλλαξαν οι παρέες, ο καθένας πήρε τον δρόμο του. Την πέτυχα πρόσφατα σε μια γειτονιά του παγκόσμιου ιστού, να ασχολείται ακόμα με τα καλλιτεχνικά, να βρίσκεται στο επίκεντρο μιας -μεγαλύτερης- μελαγχολικής παρέας και να προσπαθεί -σαν αειθαλής μελισσούλα- να ανακατεύσει το σύμπαν. Πάντα δίπλα σε δραστήριους ανθρώπους, να καρπώνεται τα επιτεύγματά τους και να παριστάνει τον άνεμο κάτω απ' τα φτερά τους...

Πώς το λεγε κείνο το τραγούδι; "είσαι σαν μύγα που κάθεται στην μύτη μας και ακτινοβολεί απελπισία"· έτσι το λεγε.

Monday, 7 July 2008

Μικρός θεούλης

theoulides

Είσαι συνήθως άτομο που ασχολείται με τα κοινά και τα κοινά ασχολούνται μαζί σου, είσαι λίγο ή -κατά προτίμηση- πολύ διάσημος, και αισθάνεσαι πως έχεις ήδη αρκετά χρόνια στο κουρμπέτι. Συνήθως, είσαι ηθοποιός, μουσικοσυνθέτης ή τραγουδοποιός, ή δημοσιογράφος· άρα και κουλτουριάρης. Μπορεί όμως εύκολα να είσαι μοντέλο, σκυλί της νύχτας, μπαλαδόφατσα, αθλητικογράφος, παρουσιαστής, τηλε-μαϊντανός. Μπορεί να συνδιάζεις δύο ή και περισσότερες από τις παραπάνω ιδιότητες, ή ακόμα καλύτερα μπορεί να είσαι δικηγόρος, τοπικός άρχοντας, πολιτικός, καθηγητής πανεπιστημίου. Κάνεις καριέρα με το μικρό σου όνομα ή ακόμα και με υποκοριστικό σου. Είσαι ένας μικρός θεούλης.

Ως θεούλης, δεν είσαι απόλυτα γραφικός ούτε απαραίτητα ηλίθιος· καμιά φορά ασχολείσαι και με τα επείγια, καμιά φορά έχουν νόημα αυτά που λες, καμιά φορά η εμπειρία σου μετράει, αλλά δεν είσαι και ο υπερπάντων σοφός, όπως πιθανώς εκτιμάς· άλλωστε, όλα είναι γκρίζα σ' αυτήν τη ζωή...

Έχεις άποψη για όλα, και έχεις δίκιο για ακόμα περισσότερα. Η άποψή σου δεν είναι απλά σωστότερη, είναι μαθηματικό αξίωμα. Είσαι απογοητευμένος από το "λίγο" των υπολοίπων και οπότε δικαιωματικά εριστικός και απαξιωτικός προς όλους.

Αδράζεις την ευκαιρία να αντιπαραθέτεις το ποιόν και το έργο σου με το χάος που υπάρχει μετά και πέρα από σένα. ΟΚ, μερικές φορές δεν είσαι και τόσο κακός· απλά φροντίζεις με ήρεμα και πειθήνια επιχειρήματα να αυτο-ανυψώνεσαι και επιμελώς να απορείς για το ότι οι γύρω σου δεν έχουν παρόμοιες ανησυχίες, και επομένως δεν έχουν την αντίστοιχη προσφορά στην κοινωνία, την χώρα, τον πολιτσμό, την τέχνη, κλπ. - Όλα, άλλωστε, είναι γκρίζα σ' αυτήν τη ρημάδα ζωή.

Το ρεπερτόριό σου περιλαμβάνει...

αναπολήσεις: "Όταν ήμασταν εμείς νέα γενιά -πριν γίνουμε καθεστώς- είχαμε πολλές ανησυχίες· ήμασταν αμφισβητίες και κρίναμε τα πάντα. Ήμασταν επαναστάτες και δεν κάναμε συμβιβασμούς. Τώρα όλα έχουν αλλάξει· προς το χειρότερο. Οι νέοι δεν απογαλακτίζονται ποτέ και όλοι κοιτάνε το βόλεμα..." - Τίποτα δεν έχει αλλάξει, μικρέ θεούλη· αλλά και τίποτα δεν είναι όπως παλιά.

σοφίες: "Η κοινωνία κι ο πολιτισμός μας πάνε από το κακό στο χειρότερο. 'Ολα, πλέον, είναι μαύρα σ' αυτήν τη ζωή" - Το δόγμα μαύρο/άσπρο έχει ξεφτίσει, μικρέ θεούλη. Είπαμε, όλα είναι γκρίζα. Μόνο που όσο πιο πολύ μαύρο ρίχνεις στην ψυχή μας, το γκρίζο όλο και σκουραίνει.

απορίες: "Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί βγαίνουν νέα παιδιά/ταλέντα στον χώρο μας. Δεν καταλαβαίνω γιατί υπάρχει αυτή η στασιμότητα και γιατί δεν ξεπροβάλλουν νέοι με άποψη, και με όρεξη για δουλειά και συνεισφορά."

- Διότι εσύ, μικρέ μου θεούλη, στην πραγματικότητα δεν εμπνέεις κανέναν. Και προφανώς, δεν έκανες κανέναν καλύτερο άνθρωπο.

Monday, 30 June 2008

Ήμαρτον

karamanlos

Γιώργη, αγόρι μου, δεν πείθεις, πώς να στο πει κανείς να το καταλάβεις, γαμώ τον σοσιαλισμό μου, γαμώ! Σε είδα πρόσφατα να κάνεις πάλι δημόσια καταγγελίες με αφορμή τις μίζες, την ώρα που σε όλα τα κανάλια τα ονόματα που παρελαύνουν ως πέτρες του σκανδάλου είναι πασόκοι, Γιώργη σύνελθε. Και μετά στο καπάκι να ζητάς εκλογές!

Και πώς θα τις κερδίσεις, αγόρι μου, το σκέφτηκες; - ακόμα και οι ρομαντικοί θα σε πάρουν χαμπάρι· ακόμα κι αυτοί που πίνουν νερό στο επώνυμό σου θα σε σιχτιρίσουν στο τέλος. Πρέπει να ξεκαθαρίσεις πρώτα στο κεφάλι σου και μετά σε μας τί είναι αυτό που προτείνεις, τί είναι αυτό που οραματίζεσαι και πώς σκοπεύεις να το πετύχεις. Και πως διαφέρεις· από τα αριστερά, τα δεξιά και τα εκσυγχρονιστικά κέντρα, Γιώργη συγκεντρώσου!

Μέχρι κι ο Τσίπρας βρήκε μανιέρα να μαζεύει ψήφους και να κερδίζει εντυπώσεις και συ συνεχίζεις να τις χάνεις, Γιώργη ήμαρτον!

Γιατί θα μας μείνει αμανάτι καμιά 20-αριά χρόνια η δεξιά και θα λέμε "με τις υγείες μας".

Friday, 27 June 2008

Καληνύχτα και καλή τύχη


Ο Στέλιος Κούλογλου είναι ένας σπουδαίος άντρας. Παρακολουθώντας την ανασκόπηση που προβλήθηκε ως κύκνιο άσμα των 13 χρόνων του Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα στην κρατική τηλεόραση, έγινε πιο ξεκάθαρο από ποτέ το πόσο πρόσφερε αυτή η εκπομπή στην ενημέρωση και στην ευρύτερη παιδεία όλων μας. Μας το 'κανε «πενηνταράκια», που λέμε... κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.


Το ΡΧΣ όλα αυτά τα χρόνια κάλυψε μια ευρεία γκάμα θεμάτων, από ιστορία, περιβάλλον, κοινωνία, μέχρι τέχνες και δημοσιογραφική δεοντολογία. Ο εμπνευστής της εκπομπής πέτυχε κάτι φοβερά σημαντικό: έκανε αληθινό, αντικειμενικό ρεπορτάζ, και άφηνε στον αναγνώστη πάντα το δικαίωμα τις κρίσης. Ποτέ ο Κούλογλου δεν χειραγώγησε κανέναν, δεν καπέλωσε κανέναν και δεν προσπάθησε να εκμεταλευτεί την «εξουσία του μικροφώνου», ακόμα κι όταν τον «άδειασαν» από την ΝΕΤ παλιότερα, ή από την ΕΤ1 τώρα. Και ποτέ, μα ποτέ, δεν την είδε μικρός θεούλης.


Όσο για τα επιχειρήματα ότι οι εκπομπές του ήταν τόσο προβλέψιμες όσο τα γουέστερν (στο τέλος πάντα φταίνε οι Αμερικάνοι), τ' ακούω βερεσέ. Το ότι έχουμε καταντήσει να αποκαλούμε γραφικούς και συνωμοσιολόγους όσους αναδεικνύουν το πόσο πηδάνε οι γιάνκηδες τον κόσμο, δεν είναι πρόβλημα δικό τους, αλλά δικό μας. Επίσης, δεν είναι πρόβλημα το να αποκαλύπτουμε την ευθύνη κάποιου που κάνει κάτι άνομο· το πρόβλημα είναι η ύπαρξη και η συντήρηση της ανομίας· και η ανοχή μας σε αυτό. Επίσης, πριν κάποιος σπεύσει να θυμηθεί συγκεκριμένα θέματα ή εκπομπές όπου θεωρεί ότι ακούστηκαν ανακρίβειες, να πω ότι σχολιάζω ανασκοπικά το ύφος ενός ρεπορτάζ που κράτησε 13 χρόνια...


Ο Κούλογλου δημιούργησε συνείδηση σε εκατομμύρια ανθρώπους και σε μια γενιά που έχει όλο και λιγότερη πρόσβαση σε αντικειμενική και ντόμπρα ενημέρωση, παρά την πληθώρα των άχρηστων και κατευθυνόμενων δεδομένων. Σε μια γενιά που καπελώνεται από τους «κανόνες» της ελεύθερης αγοράς, οδηγούμενη σε άκρατο καταναλωτισμό και σε απαξίωση κοινωνικών διεκδικήσεων. Σε μια γενιά που την νεότερη ιστορία της δεν την έμαθε ποτέ [στο σχολείο]. Σε μια γενιά που είναι τόσο εσωστρεφής και αισθάνεται τόσο ανίσχυρη. Σε μια γενιά που δίνει μάχες μόνο με τον εαυτό της, και τις περισσότερες τις χάνει.


Μέσα από την δημοσιογραφική έρευνα του ΡΧΣ μάθαμε ιστορία· μάθαμε πώς ακριβώς διαδραματίστηκαν πολλά κορυφαία γεγονότα των 60's και των 70's, γιατί κατέρρευσαν οι μεγάλες ουτοπίες του 20ού αιώνα, γιατί οι άνθρωποι δεν μαθαίνουν απ' τα λάθη τους και γιατί αυτός ο κόσμος οδηγείται νομοτελειακά στην αυτοκαταστροφή του: γιατί όποιος δεν ξέρει την ιστορία [του κόσμου] του και δεν καταλαβαίνει... "δεν ξέρει που πατάει και που πηγαίνει".


Αλήθεια, υπάρχουν ακόμα κάποιοι στην ΕΡΤ που να μην έχουν καταλάβει το είδος και το μέγεθος της συνεισφοράς του ΡΧΣ σε μια ολόκληρη γενιά;


Όποια κι αν είναι η απάντηση σ' αυτό το εν πολλοίς ρητορικό ερώτημα, η κατακλείδα είναι μία: καλη μας νύχτα και καλή μας τύχη.

Wednesday, 25 June 2008

Μικρή ωδή στη Βίκυ


Είναι κάποιες γυναίκες ηθοποιοί που «γράφουν» απίστευτα στον φακό, αποδίδοντας μια ομορφιά και ταυτόχρονα μια αγνότητα που τις κάνει μοναδικές. Είναι πάνω απ’ όλα γυναίκες, αλλά εσύ χαίρεσαι κυρίως επειδή τις «γνώρισες»· επειδή είναι ηθοποιοί.
Γράφοντας αυτές τις γραμμές, μου ‘ρχεται γρήγορα στο μυαλό η Uma Thurman· ίσως και η Julia Roberts, ή η Cate Blanchett· η Μελίνα.

Την Βίκυ Παπαδοπούλου την είχα δει σε κανα-δυο κινηματογραφικούς ρόλους που έχει παίξει μέχρι τώρα, αλλά ήταν η παρουσία της σε ένα αυτοτελές επεισόδιο σειράς που με μάγεψε. Υποδύεται τη Φανή, μια μαθήτρια λυκείου που ερωτεύεται έναν άρτι αφιχθεί συμμαθητή της και προσπαθεί να ισορροπήσει το εφηβικό της πάθος με τις ολίγον αυστηρές αρχές της οικογένειάς της, που την θέλει επιμελή, «καθώς-πρέπει», και να γυρίζει σπίτι της νωρίς!

Η Φανή δεν είναι απλά κουκλάρα· ενσαρκώνει την απόλυτη ομορφιά, την απόλυτα αυθεντική θηλυκότητα έτσι όπως αυτή πρωτοπλάθεται στα 16, με την γλύκα και την αθωότητα της εφηβείας. Η μορφή της Βίκυς μοιάζει να είναι πλασμένη γι αυτόν το ρόλο: το πρόσωπό της είναι αγγελικό, ενσάρκωση της αγνότητας· η σιλουέτα της αιθέρια. Το χαμόγελό της πιο καθαρό κι απ’ το νερό, το κλάμα της πιο αληθινό κι απ’ τη ζωή. Την βλέπεις και υποσυνείδητα δεν θέλεις να παίξει σε άλλο έργο, δεν θες να την δεις να υποδύεται κάτι διαφορετικό· δεν θες καμιά απόκλιση από αυτήν την τελειότητα. Σε κάνει να πιστέψεις ότι, «δεν μπορεί, υποδύεται τον εαυτό της τώρα».

Η Φανή με συνεπήρε, την ερωτεύτηκα· και μαζί της ερωτεύτηκα και τη Βίκυ. Την ερωτεύτηκα με τρόπο όχι αμιγώς σεξουαλικό, αλλά πολύ, πολύ αγαπησιάρικο. Έβλεπα στο πρόσωπό της έναν αγνό εφηβικό έρωτα, την μικρή γυναίκα που δεν την αγγίζουν οι μικρότητες· που θέλει απλά να αγαπήσει και να αγαπηθεί αληθινά, που θέλει να ζήσει αληθινά· που το βλέμμα της σπαράζει για συντροφιά, για προστασία, και που ταυτόχρονα είναι έτοιμη να τα προσφέρει απλόχερα η ίδια σ’ αυτόν που θα την κερδίσει. Είναι η γυναίκα που πρώτα τη σκέφτεσαι δίπλα σου, κοντά σου, μαζί σου, κι ύστερα πάνω σου. Είναι η προσωποποίηση του ωραίου, uber alles.

Είναι φοβερό ότι, αν και το star system αποτελείται από πολλές κουκλάρες, είναι τόσο λίγες αυτές που μπορούν να αποδώσουν τόσο απόλυτα αυτό το αγνό, το «pure ωραίο». Αμφιταλαντεύτηκα αρκετά για να αποφασίσω αν ερωτεύτηκα τη Φανή ή τη Βίκυ. Νομίζω όμως ότι ερωτεύτηκα τη Βίκυ· θα την ψάχνω από δω και πέρα σε ρόλους και σε έργα να την ξαναδώ. Έστω κι αν σκέφτομαι την Φανή κάθε φορά· μέχρι να δω τη Βίκυ σε πιο τέλειο ρόλο, και να ξεπεράσω την Φανή. Αυτή είναι η κατάρα του ηθοποιού.
Έψαξα στο δίκτυο και βρήκα κάποιες πόζες της Βίκυς από φωτογραφήσεις...
Κοιτώντας τες σε αντιδιαστολή με το κολλάζ στην αρχή του post, δεν συμφωνείς κι εσύ ότι το «ολίγον βυζί» ή το ύφος «fuck me» είναι πολύ λίγα σε σχέση μ’ αυτό το πρόσωπο και με αυτό το χαμόγελο, το φωτεινό σαν ήλιος;

Η Βίκυ είναι ωραία χωρίς πολλά λόγια, χωρίς φρου-φρου κι αρώματα· χωρίς την ανάγκη του γυμνού ή του μακιγιάζ. Είναι ωραία μόλις ξυπνήσει το πρωί. Είναι «Ωραία σαν Ελληνίδα».