
Πρόσφατα είδα το επεισόδιο Τεχνική ποινή από την "10η εντολή" του Κοκκινόπουλου, με ομολογουμένως γύρω στα 4 χρόνια καθυστέρηση...
Έχω δει μόλις 1.5 επεισόδιο από την συγκεκριμένη σειρά οπότε δεν μπορώ να εκφέρω άποψη για την overall ποιότητά της και τις ιστορίες που πραγματεύεται, που απ' ό,τι έμαθα είναι μεταφορές πραγματικών περιστατικών του αστυνομικού δελτίου.
Η τεχνική ποινή με άγγιξε αρκετά γιατί μου θύμισε ιστορίες των εφηβικών μου χρόνων, που ευτυχώς βέβαια δεν κατέληξαν σε θανατικά και άλλα τραγικά, αλλά ξαναθυμήθηκα τις παρέες του λυκείου, τις «μαγκιές», τους πρώτους έρωτες και τις «τεχνικές» τους δυσκολίες...
Η ιστορία είναι για έναν 17-άρη που πάει σε ένα σχολείο στην Αθήνα στην μέση της χρονιάς λόγω μετάθεσης του -καραβανά- πατέρα του και εκεί γνωρίζει τον πρώτο του έρωτα• ταυτόχρονα όμως μπλέκει με μια αλήτικη παρέα, που τον παρασέρνει σε διάφορες μαλακίες (μικροκλοπές, κλπ.) και τελικά τον κάνει όχι μόνο να «χάσει» τον έρωτά του, αλλά τον οδηγεί στην απόπειρα βιασμού και ακολούθως στον φόνο μιας συμμαθήτριάς του• και μετά στην αυτοκτονία. Αν και οι υπερβολές της δραματοποίησης δεν αποφεύγονται στην τεχνική ποινή, ομολογώ ότι μου άρεσε από σκηνοθετικής, αλλά και υποκριτικής άποψης: Κυρίως με έβαλε στο mindset του λυκείου και με έκανε να θυμηθώ πώς αισθανόμουν τότε, πως σκεφτόμουν, τι «μαγκιές» έκανα εγώ• και αυτό είναι ένα μεγάλο επίτευγμα των συντελεστών της σειράς, που φυσικά απέχουν κι αυτοί αρκετά χρόνια από την συγκεκριμένη ηλικία.
Ήρθαν στο μυαλό μου πομπώδεις ατάκες όπως «η φιλία είναι για πάντα», και «αυτή η ξενέρωτη δεν πρόκειται να σου κάτσει», αλλά και το μοναδικό συναίσθημα όταν σου λέει ο πρώτος σου έρωτας λίγο πριν «ολοκληρωθεί»:
- Δεν το έχω ξανακάνει…
- Ούτε κι εγώ!
Το κυριότερο όμως είναι ότι κάθισα και σκέφτηκα αναδρομικά πώς τελικά συμπεριφερθήκαμε εμείς στα εφηβικά μας χρόνια, πως ζήσαμε τις φιλίες μας, τους έρωτές μας και τις δύσκολες στιγμές μας• εκεί που η αδρεναλίνη ήταν στο φουλ, εκεί που μια κίνηση μπορεί να στοίχιζε μια φιλία, μια αγάπη, μια ζωή. Γιατί η αλήθεια είναι ότι υπήρξαν τέτοιες στιγμές, πολλές. Καταθέσεις ψυχής, έρωτες, εντάσεις, καταλήψεις, τσαμπουκάδες, τραυματισμοί…
Βλέποντας στιγμές από την «τεχνική ποινή», σκεφτόμουν πόσο θα μπορούσε να έχει στοιχίσει μια δικιά μου «μαγκιά», μια δικιά μου μπουνιά, μια δικιά μου μαλακία της στιγμής. Και το τραγικό και μεγαλειώδες ταυτόχρονα σημείο της τεχνικής ποινής είναι ότι ο θύτης, ο δολοφόνος και αυτόχειρας, δεν είναι το κλασικό τσογλάνι που έκανε κατά συρροή τέτοιες μαλακίες και κάποια στιγμή έχασε τον έλεγχο. Αντιθέτως, είναι ένας έφηβος με προσωπική τιμή και αξίες που έμπλεξε με λάθος άτομα σε λάθος χώρο και λάθος χρόνο, και που έκανε υποκινούμενος κάτι απερίσκεπτο και ταυτόχρονα μοιραίο. Και ακριβώς επειδή δεν μπόρεσε να σηκώσει το βάρος του μοιραίου αυτοκτόνησε.
Σκέφτομαι λοιπόν πώς ισορροπήσαμε εμείς στην εφηβεία μας, πώς δεν περάσαμε την γραμμή του μοιραίου και πώς δεν προσβάλλαμε και δεν βλάψαμε κανέναν τελικά, ενώ βιώσαμε μια παρατεταμένη εφηβική επανάσταση… τα παιδιά του γηπέδου, τα παιδιά με τα σκουλαρίκια και τα άρβυλα, «τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα», που λέει κι ο Σαββόπουλος…
Σίγουρα ο παράγοντας τύχη έπαιξε τον ρόλο του. Δεν ήρθε η κακιά στιγμή. Είμαι πεπεισμένος ότι θα μπορούσε να έχει έρθει σε πολλούς από μας, ανεξαρτήτως ανατροφής και αξιών. Σίγουρα όμως, κυρίαρχο ρόλο έπαιξε ο χαρακτήρας και η ωριμότητα που οδήγησε στην υποσυνείδητη άρνηση να περάσουμε κάποια όρια.
Σκέφτομαι τον πρώτο μου «ολοκληρωμένο» έρωτα όταν ήμουν 16 χρονών. Σκέφτομαι τον Παύλο να μου λέει σε ανύποπτο χρόνο «ό,τι κι αν κάνεις, μην προσβάλεις ποτέ κανένα κορίτσι».
Σκέφτομαι πώς της φέρθηκα• πώς την περίμενα να αποδεχθεί ότι θέλει να μου δοθεί, πώς έμαθα να κάνω έρωτα μαζί της, πώς την πρόσεχα• πόσο ερωτευμένος ήμουνα και πόσο αυθυποβλήθηκα στην παντοτινότητα της εφηβικής αγάπης μέσα από την ανασφάλειά της να απογαλακτιστεί από τον πρώτο της έρωτα • και για πόσο παρέμεινα ο λευκός ιππότης της, μέχρι να ανακαλύψει την χαρά του «γαμιόσαντε» και να την κάνει για άλλες πολιτείες μετά από χρόνια.
Σκέφτομαι τον πατέρα της, που ποτέ δεν χώνεψε το μακρύ μου μαλλί και το δερμάτινο μπουφάν μου, τις μπότες και το σκουλαρίκι μου. Φοβισμένος, νόμιζε ότι αυτά είναι τα εξαρτήματα του αλήτη. Ποτέ δεν αποδέχτηκε το προφανές, ότι η κόρη του θα δοθεί κάποια στιγμή πραγματικά σε κάποιον• πραγματικά σημαίνει και σωματικά. Που προσπάθησε ο έρμος, κακιώνοντάς μου, να προστατέψει το στρεβλό ύψιστο αγαθό της αγνότητας της κόρης του.
Και σκέφτομαι, ότι κάτι τέτοια ανθρωπάκια θα έπρεπε να αισθάνονται ευγνώμονες.
Μπαμπά, σ’ ευχαριστώ.
Έχω δει μόλις 1.5 επεισόδιο από την συγκεκριμένη σειρά οπότε δεν μπορώ να εκφέρω άποψη για την overall ποιότητά της και τις ιστορίες που πραγματεύεται, που απ' ό,τι έμαθα είναι μεταφορές πραγματικών περιστατικών του αστυνομικού δελτίου.
Η τεχνική ποινή με άγγιξε αρκετά γιατί μου θύμισε ιστορίες των εφηβικών μου χρόνων, που ευτυχώς βέβαια δεν κατέληξαν σε θανατικά και άλλα τραγικά, αλλά ξαναθυμήθηκα τις παρέες του λυκείου, τις «μαγκιές», τους πρώτους έρωτες και τις «τεχνικές» τους δυσκολίες...
Η ιστορία είναι για έναν 17-άρη που πάει σε ένα σχολείο στην Αθήνα στην μέση της χρονιάς λόγω μετάθεσης του -καραβανά- πατέρα του και εκεί γνωρίζει τον πρώτο του έρωτα• ταυτόχρονα όμως μπλέκει με μια αλήτικη παρέα, που τον παρασέρνει σε διάφορες μαλακίες (μικροκλοπές, κλπ.) και τελικά τον κάνει όχι μόνο να «χάσει» τον έρωτά του, αλλά τον οδηγεί στην απόπειρα βιασμού και ακολούθως στον φόνο μιας συμμαθήτριάς του• και μετά στην αυτοκτονία. Αν και οι υπερβολές της δραματοποίησης δεν αποφεύγονται στην τεχνική ποινή, ομολογώ ότι μου άρεσε από σκηνοθετικής, αλλά και υποκριτικής άποψης: Κυρίως με έβαλε στο mindset του λυκείου και με έκανε να θυμηθώ πώς αισθανόμουν τότε, πως σκεφτόμουν, τι «μαγκιές» έκανα εγώ• και αυτό είναι ένα μεγάλο επίτευγμα των συντελεστών της σειράς, που φυσικά απέχουν κι αυτοί αρκετά χρόνια από την συγκεκριμένη ηλικία.
Ήρθαν στο μυαλό μου πομπώδεις ατάκες όπως «η φιλία είναι για πάντα», και «αυτή η ξενέρωτη δεν πρόκειται να σου κάτσει», αλλά και το μοναδικό συναίσθημα όταν σου λέει ο πρώτος σου έρωτας λίγο πριν «ολοκληρωθεί»:
- Δεν το έχω ξανακάνει…
- Ούτε κι εγώ!
Το κυριότερο όμως είναι ότι κάθισα και σκέφτηκα αναδρομικά πώς τελικά συμπεριφερθήκαμε εμείς στα εφηβικά μας χρόνια, πως ζήσαμε τις φιλίες μας, τους έρωτές μας και τις δύσκολες στιγμές μας• εκεί που η αδρεναλίνη ήταν στο φουλ, εκεί που μια κίνηση μπορεί να στοίχιζε μια φιλία, μια αγάπη, μια ζωή. Γιατί η αλήθεια είναι ότι υπήρξαν τέτοιες στιγμές, πολλές. Καταθέσεις ψυχής, έρωτες, εντάσεις, καταλήψεις, τσαμπουκάδες, τραυματισμοί…
Βλέποντας στιγμές από την «τεχνική ποινή», σκεφτόμουν πόσο θα μπορούσε να έχει στοιχίσει μια δικιά μου «μαγκιά», μια δικιά μου μπουνιά, μια δικιά μου μαλακία της στιγμής. Και το τραγικό και μεγαλειώδες ταυτόχρονα σημείο της τεχνικής ποινής είναι ότι ο θύτης, ο δολοφόνος και αυτόχειρας, δεν είναι το κλασικό τσογλάνι που έκανε κατά συρροή τέτοιες μαλακίες και κάποια στιγμή έχασε τον έλεγχο. Αντιθέτως, είναι ένας έφηβος με προσωπική τιμή και αξίες που έμπλεξε με λάθος άτομα σε λάθος χώρο και λάθος χρόνο, και που έκανε υποκινούμενος κάτι απερίσκεπτο και ταυτόχρονα μοιραίο. Και ακριβώς επειδή δεν μπόρεσε να σηκώσει το βάρος του μοιραίου αυτοκτόνησε.
Σκέφτομαι λοιπόν πώς ισορροπήσαμε εμείς στην εφηβεία μας, πώς δεν περάσαμε την γραμμή του μοιραίου και πώς δεν προσβάλλαμε και δεν βλάψαμε κανέναν τελικά, ενώ βιώσαμε μια παρατεταμένη εφηβική επανάσταση… τα παιδιά του γηπέδου, τα παιδιά με τα σκουλαρίκια και τα άρβυλα, «τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα», που λέει κι ο Σαββόπουλος…
Σίγουρα ο παράγοντας τύχη έπαιξε τον ρόλο του. Δεν ήρθε η κακιά στιγμή. Είμαι πεπεισμένος ότι θα μπορούσε να έχει έρθει σε πολλούς από μας, ανεξαρτήτως ανατροφής και αξιών. Σίγουρα όμως, κυρίαρχο ρόλο έπαιξε ο χαρακτήρας και η ωριμότητα που οδήγησε στην υποσυνείδητη άρνηση να περάσουμε κάποια όρια.
Σκέφτομαι τον πρώτο μου «ολοκληρωμένο» έρωτα όταν ήμουν 16 χρονών. Σκέφτομαι τον Παύλο να μου λέει σε ανύποπτο χρόνο «ό,τι κι αν κάνεις, μην προσβάλεις ποτέ κανένα κορίτσι».
Σκέφτομαι πώς της φέρθηκα• πώς την περίμενα να αποδεχθεί ότι θέλει να μου δοθεί, πώς έμαθα να κάνω έρωτα μαζί της, πώς την πρόσεχα• πόσο ερωτευμένος ήμουνα και πόσο αυθυποβλήθηκα στην παντοτινότητα της εφηβικής αγάπης μέσα από την ανασφάλειά της να απογαλακτιστεί από τον πρώτο της έρωτα • και για πόσο παρέμεινα ο λευκός ιππότης της, μέχρι να ανακαλύψει την χαρά του «γαμιόσαντε» και να την κάνει για άλλες πολιτείες μετά από χρόνια.
Σκέφτομαι τον πατέρα της, που ποτέ δεν χώνεψε το μακρύ μου μαλλί και το δερμάτινο μπουφάν μου, τις μπότες και το σκουλαρίκι μου. Φοβισμένος, νόμιζε ότι αυτά είναι τα εξαρτήματα του αλήτη. Ποτέ δεν αποδέχτηκε το προφανές, ότι η κόρη του θα δοθεί κάποια στιγμή πραγματικά σε κάποιον• πραγματικά σημαίνει και σωματικά. Που προσπάθησε ο έρμος, κακιώνοντάς μου, να προστατέψει το στρεβλό ύψιστο αγαθό της αγνότητας της κόρης του.
Και σκέφτομαι, ότι κάτι τέτοια ανθρωπάκια θα έπρεπε να αισθάνονται ευγνώμονες.
Μπαμπά, σ’ ευχαριστώ.

No comments:
Post a Comment