Σε είδα στον ύπνο μου χτες το απόγευμα: καθόμουν σε μια καρέκλα σκηνοθέτη, σε κάποιο πεζοδρόμιο. Ο καιρός ήταν ανοιξιάτικος και το σκηνικό θύμιζε Αθήνα του 50, τότε που οι άνθρωποι έβγαιναν και κάθονταν στα πεζοδρόμια το απόγευμα για να κόψουν κίνηση. Ήρθες και έκατσες απέναντί μου μονομιάς σε μια επίσης "σκηνοθετική καρέκλα", σαν να χαμε κάποιο ραντεβού· σαν να σε περίμενα. Ήσουν πολύ όμορφη, όπως πάντα· είχες αυτό το καστανο-κόκκινο μαλλί σαν τις τελευταίες φορές που σε είδα, πάνε γύρω στα τρία χρόνια τώρα... Έσκυψες προς το μέρος μου και με φίλησες στο στόμα.
Ταράχτηκα, γιατί ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο μεταξύ μας. Ταυτόχρονα όμως σαν να το περίμενα κιόλας: σαν να ήξερα ότι βρίσκομαι στη ρωγμή του χρόνου, στο πλήρωμά του, και σαν να σε περίμενα εκεί στο πεζοδρόμιο για να "επισημοποιηθεί το μοραίο"· αυτό που έπρεπε να χει γίνει χρόνια τώρα μεταξύ μας. Να ερωτευτούμε, να ενώσουμε τα χείλη και τα σώματά μας.
Το πρώτο φιλί ήταν στιγμιαίο, ίσα που ένιωσα την δροσιά σου στα χείλη μου. Μείνανε όμως εκεί, να ακουμπάνε τα δικά μου· ανοίξαμε τα μάτια μας αργά και κοιταχτήκαμε. Βούρκωσα. Και μ' έπνιξε ένα αναφιλητό που έσβησε στα χείλη σου. Η χαρά μου ήταν τεράστια, αλλά και το παράπονο μεγάλο: γιατί άργησες τόσα χρόνια; γιατί περιπλανιόμαστε σε άλλες αγκαλιές; Πές μου ότι ήρθες για να μείνεις· πές μου ότι μ' ονειρεύτηκες κι εσύ.
Σε έσφιξα και με τα δυο μου χέρια, το ένα γράπωσε τον δεξιό γοφό σου και το άλλο ακούμπησε ψηλά στον σβέρκο σου, πιέζοντας τα χείλη σου στα χείλη μου. Δεν ψάχνω την γλώσσα σου. Σου δίνω ένα παρατεταμένο φιλί μέσ' απ' τα δόντια, σε κοιτάω και βουρκώνω, σε τραβάω πάνω μου, το στήθος μου πάει να σπάσει. Γιατί σου πήρε τόσο καιρό; - Με κοιτάς και καταλαβαίνεις τι σε ρωτάν τα μάτια μου· ετοιμάζεσαι να μου απαντήσεις...
Ξυπνάω γλυκά, αλλά αμέσως χάνεται η χαρά σαν να την ρούφηξε κάποιος με καλαμάκι. Το παράπονο γίνεται μονομιάς τεράστιο. Πού είσαι, Μαίρη; - Μην φεύγεις... ήσουν έτοιμη να μου απαντήσεις- Γιατί δεν ήρθες ποτέ;
Ρίχνω νερό στο πρόσωπό μου και σκέφτομαι: γιατί δεν σου μίλησα ποτέ; - Σίγουρα είχες καταλάβει πόσο σε ήθελα τότε... σίγουρα; - Σίγουρα αν ήθελες κι εσύ θα το είχες δείξει· θα είχες έρθει... σίγουρα; - Σίγουρα δεν το έδειξες ποτέ;
Ανοίγω το PC και βρίσκω κάποιες φωτογραφίες μας· από ενα party, από κάτι διακοπές: έχουν περάσει χρόνοι δέκα, μάτια μου. Είμαι σίγουρος πως είμαι ευτυχισμένος με την κοπέλα μου. Απ' ό,τι μαθαίνω το ίδιο ισχύει και για σένα. Παρόλα αυτά η σιωπή μου προς εσένα φαίνεται να με κυνηγάει. Γιατί δεν σου μίλησα ποτέ; - Απ' την άλλη, ένα όνειρο ήταν, εντάξει· πρέπει να ετοιμαστώ να πάω για ποτάκι...
Οδηγώ αργά το βράδυ πίσω για το σπίτι, ήταν ένα γλυκό σαββατόβραδο. Την θέση της ανέμελής μου διάθεσης παίρνει μια ελαφριά μελαγχωλία όταν στο ράδιο παίζει το Τραγουδάκι:
"σαν τραγουδάκι μού μεινες, που όλο ξεχνάω τους στίχους. Και σε σφυρίζω, στα στενά σε μουρμουρίζω, μες στα λόγια σου βραχνιάζω, σε μπερδεύω, σε φωνάζω..."
Ανάβω τσιγάρο και σιγοτραγουδώ...
"κι είναι και τώρα όπως και τότε, όπως τα βράδια που μου λείπεις· σαν το τσιγάρο που αργοσβήνει το άγγιγμά σου, που μ' αφήνει... να, να, να... να... να, να, να... να, να, να..."

No comments:
Post a Comment