Monday, 30 June 2008

Ήμαρτον

karamanlos

Γιώργη, αγόρι μου, δεν πείθεις, πώς να στο πει κανείς να το καταλάβεις, γαμώ τον σοσιαλισμό μου, γαμώ! Σε είδα πρόσφατα να κάνεις πάλι δημόσια καταγγελίες με αφορμή τις μίζες, την ώρα που σε όλα τα κανάλια τα ονόματα που παρελαύνουν ως πέτρες του σκανδάλου είναι πασόκοι, Γιώργη σύνελθε. Και μετά στο καπάκι να ζητάς εκλογές!

Και πώς θα τις κερδίσεις, αγόρι μου, το σκέφτηκες; - ακόμα και οι ρομαντικοί θα σε πάρουν χαμπάρι· ακόμα κι αυτοί που πίνουν νερό στο επώνυμό σου θα σε σιχτιρίσουν στο τέλος. Πρέπει να ξεκαθαρίσεις πρώτα στο κεφάλι σου και μετά σε μας τί είναι αυτό που προτείνεις, τί είναι αυτό που οραματίζεσαι και πώς σκοπεύεις να το πετύχεις. Και πως διαφέρεις· από τα αριστερά, τα δεξιά και τα εκσυγχρονιστικά κέντρα, Γιώργη συγκεντρώσου!

Μέχρι κι ο Τσίπρας βρήκε μανιέρα να μαζεύει ψήφους και να κερδίζει εντυπώσεις και συ συνεχίζεις να τις χάνεις, Γιώργη ήμαρτον!

Γιατί θα μας μείνει αμανάτι καμιά 20-αριά χρόνια η δεξιά και θα λέμε "με τις υγείες μας".

Friday, 27 June 2008

Καληνύχτα και καλή τύχη


Ο Στέλιος Κούλογλου είναι ένας σπουδαίος άντρας. Παρακολουθώντας την ανασκόπηση που προβλήθηκε ως κύκνιο άσμα των 13 χρόνων του Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα στην κρατική τηλεόραση, έγινε πιο ξεκάθαρο από ποτέ το πόσο πρόσφερε αυτή η εκπομπή στην ενημέρωση και στην ευρύτερη παιδεία όλων μας. Μας το 'κανε «πενηνταράκια», που λέμε... κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.


Το ΡΧΣ όλα αυτά τα χρόνια κάλυψε μια ευρεία γκάμα θεμάτων, από ιστορία, περιβάλλον, κοινωνία, μέχρι τέχνες και δημοσιογραφική δεοντολογία. Ο εμπνευστής της εκπομπής πέτυχε κάτι φοβερά σημαντικό: έκανε αληθινό, αντικειμενικό ρεπορτάζ, και άφηνε στον αναγνώστη πάντα το δικαίωμα τις κρίσης. Ποτέ ο Κούλογλου δεν χειραγώγησε κανέναν, δεν καπέλωσε κανέναν και δεν προσπάθησε να εκμεταλευτεί την «εξουσία του μικροφώνου», ακόμα κι όταν τον «άδειασαν» από την ΝΕΤ παλιότερα, ή από την ΕΤ1 τώρα. Και ποτέ, μα ποτέ, δεν την είδε μικρός θεούλης.


Όσο για τα επιχειρήματα ότι οι εκπομπές του ήταν τόσο προβλέψιμες όσο τα γουέστερν (στο τέλος πάντα φταίνε οι Αμερικάνοι), τ' ακούω βερεσέ. Το ότι έχουμε καταντήσει να αποκαλούμε γραφικούς και συνωμοσιολόγους όσους αναδεικνύουν το πόσο πηδάνε οι γιάνκηδες τον κόσμο, δεν είναι πρόβλημα δικό τους, αλλά δικό μας. Επίσης, δεν είναι πρόβλημα το να αποκαλύπτουμε την ευθύνη κάποιου που κάνει κάτι άνομο· το πρόβλημα είναι η ύπαρξη και η συντήρηση της ανομίας· και η ανοχή μας σε αυτό. Επίσης, πριν κάποιος σπεύσει να θυμηθεί συγκεκριμένα θέματα ή εκπομπές όπου θεωρεί ότι ακούστηκαν ανακρίβειες, να πω ότι σχολιάζω ανασκοπικά το ύφος ενός ρεπορτάζ που κράτησε 13 χρόνια...


Ο Κούλογλου δημιούργησε συνείδηση σε εκατομμύρια ανθρώπους και σε μια γενιά που έχει όλο και λιγότερη πρόσβαση σε αντικειμενική και ντόμπρα ενημέρωση, παρά την πληθώρα των άχρηστων και κατευθυνόμενων δεδομένων. Σε μια γενιά που καπελώνεται από τους «κανόνες» της ελεύθερης αγοράς, οδηγούμενη σε άκρατο καταναλωτισμό και σε απαξίωση κοινωνικών διεκδικήσεων. Σε μια γενιά που την νεότερη ιστορία της δεν την έμαθε ποτέ [στο σχολείο]. Σε μια γενιά που είναι τόσο εσωστρεφής και αισθάνεται τόσο ανίσχυρη. Σε μια γενιά που δίνει μάχες μόνο με τον εαυτό της, και τις περισσότερες τις χάνει.


Μέσα από την δημοσιογραφική έρευνα του ΡΧΣ μάθαμε ιστορία· μάθαμε πώς ακριβώς διαδραματίστηκαν πολλά κορυφαία γεγονότα των 60's και των 70's, γιατί κατέρρευσαν οι μεγάλες ουτοπίες του 20ού αιώνα, γιατί οι άνθρωποι δεν μαθαίνουν απ' τα λάθη τους και γιατί αυτός ο κόσμος οδηγείται νομοτελειακά στην αυτοκαταστροφή του: γιατί όποιος δεν ξέρει την ιστορία [του κόσμου] του και δεν καταλαβαίνει... "δεν ξέρει που πατάει και που πηγαίνει".


Αλήθεια, υπάρχουν ακόμα κάποιοι στην ΕΡΤ που να μην έχουν καταλάβει το είδος και το μέγεθος της συνεισφοράς του ΡΧΣ σε μια ολόκληρη γενιά;


Όποια κι αν είναι η απάντηση σ' αυτό το εν πολλοίς ρητορικό ερώτημα, η κατακλείδα είναι μία: καλη μας νύχτα και καλή μας τύχη.

Wednesday, 25 June 2008

Μικρή ωδή στη Βίκυ


Είναι κάποιες γυναίκες ηθοποιοί που «γράφουν» απίστευτα στον φακό, αποδίδοντας μια ομορφιά και ταυτόχρονα μια αγνότητα που τις κάνει μοναδικές. Είναι πάνω απ’ όλα γυναίκες, αλλά εσύ χαίρεσαι κυρίως επειδή τις «γνώρισες»· επειδή είναι ηθοποιοί.
Γράφοντας αυτές τις γραμμές, μου ‘ρχεται γρήγορα στο μυαλό η Uma Thurman· ίσως και η Julia Roberts, ή η Cate Blanchett· η Μελίνα.

Την Βίκυ Παπαδοπούλου την είχα δει σε κανα-δυο κινηματογραφικούς ρόλους που έχει παίξει μέχρι τώρα, αλλά ήταν η παρουσία της σε ένα αυτοτελές επεισόδιο σειράς που με μάγεψε. Υποδύεται τη Φανή, μια μαθήτρια λυκείου που ερωτεύεται έναν άρτι αφιχθεί συμμαθητή της και προσπαθεί να ισορροπήσει το εφηβικό της πάθος με τις ολίγον αυστηρές αρχές της οικογένειάς της, που την θέλει επιμελή, «καθώς-πρέπει», και να γυρίζει σπίτι της νωρίς!

Η Φανή δεν είναι απλά κουκλάρα· ενσαρκώνει την απόλυτη ομορφιά, την απόλυτα αυθεντική θηλυκότητα έτσι όπως αυτή πρωτοπλάθεται στα 16, με την γλύκα και την αθωότητα της εφηβείας. Η μορφή της Βίκυς μοιάζει να είναι πλασμένη γι αυτόν το ρόλο: το πρόσωπό της είναι αγγελικό, ενσάρκωση της αγνότητας· η σιλουέτα της αιθέρια. Το χαμόγελό της πιο καθαρό κι απ’ το νερό, το κλάμα της πιο αληθινό κι απ’ τη ζωή. Την βλέπεις και υποσυνείδητα δεν θέλεις να παίξει σε άλλο έργο, δεν θες να την δεις να υποδύεται κάτι διαφορετικό· δεν θες καμιά απόκλιση από αυτήν την τελειότητα. Σε κάνει να πιστέψεις ότι, «δεν μπορεί, υποδύεται τον εαυτό της τώρα».

Η Φανή με συνεπήρε, την ερωτεύτηκα· και μαζί της ερωτεύτηκα και τη Βίκυ. Την ερωτεύτηκα με τρόπο όχι αμιγώς σεξουαλικό, αλλά πολύ, πολύ αγαπησιάρικο. Έβλεπα στο πρόσωπό της έναν αγνό εφηβικό έρωτα, την μικρή γυναίκα που δεν την αγγίζουν οι μικρότητες· που θέλει απλά να αγαπήσει και να αγαπηθεί αληθινά, που θέλει να ζήσει αληθινά· που το βλέμμα της σπαράζει για συντροφιά, για προστασία, και που ταυτόχρονα είναι έτοιμη να τα προσφέρει απλόχερα η ίδια σ’ αυτόν που θα την κερδίσει. Είναι η γυναίκα που πρώτα τη σκέφτεσαι δίπλα σου, κοντά σου, μαζί σου, κι ύστερα πάνω σου. Είναι η προσωποποίηση του ωραίου, uber alles.

Είναι φοβερό ότι, αν και το star system αποτελείται από πολλές κουκλάρες, είναι τόσο λίγες αυτές που μπορούν να αποδώσουν τόσο απόλυτα αυτό το αγνό, το «pure ωραίο». Αμφιταλαντεύτηκα αρκετά για να αποφασίσω αν ερωτεύτηκα τη Φανή ή τη Βίκυ. Νομίζω όμως ότι ερωτεύτηκα τη Βίκυ· θα την ψάχνω από δω και πέρα σε ρόλους και σε έργα να την ξαναδώ. Έστω κι αν σκέφτομαι την Φανή κάθε φορά· μέχρι να δω τη Βίκυ σε πιο τέλειο ρόλο, και να ξεπεράσω την Φανή. Αυτή είναι η κατάρα του ηθοποιού.
Έψαξα στο δίκτυο και βρήκα κάποιες πόζες της Βίκυς από φωτογραφήσεις...
Κοιτώντας τες σε αντιδιαστολή με το κολλάζ στην αρχή του post, δεν συμφωνείς κι εσύ ότι το «ολίγον βυζί» ή το ύφος «fuck me» είναι πολύ λίγα σε σχέση μ’ αυτό το πρόσωπο και με αυτό το χαμόγελο, το φωτεινό σαν ήλιος;

Η Βίκυ είναι ωραία χωρίς πολλά λόγια, χωρίς φρου-φρου κι αρώματα· χωρίς την ανάγκη του γυμνού ή του μακιγιάζ. Είναι ωραία μόλις ξυπνήσει το πρωί. Είναι «Ωραία σαν Ελληνίδα».

Tuesday, 24 June 2008

Gratefulness



Πρόσφατα είδα το επεισόδιο Τεχνική ποινή από την "10η εντολή" του Κοκκινόπουλου, με ομολογουμένως γύρω στα 4 χρόνια καθυστέρηση...
Έχω δει μόλις 1.5 επεισόδιο από την συγκεκριμένη σειρά οπότε δεν μπορώ να εκφέρω άποψη για την overall ποιότητά της και τις ιστορίες που πραγματεύεται, που απ' ό,τι έμαθα είναι μεταφορές πραγματικών περιστατικών του αστυνομικού δελτίου.

Η τεχνική ποινή με άγγιξε αρκετά γιατί μου θύμισε ιστορίες των εφηβικών μου χρόνων, που ευτυχώς βέβαια δεν κατέληξαν σε θανατικά και άλλα τραγικά, αλλά ξαναθυμήθηκα τις παρέες του λυκείου, τις «μαγκιές», τους πρώτους έρωτες και τις «τεχνικές» τους δυσκολίες...

Η ιστορία είναι για έναν 17-άρη που πάει σε ένα σχολείο στην Αθήνα στην μέση της χρονιάς λόγω μετάθεσης του -καραβανά- πατέρα του και εκεί γνωρίζει τον πρώτο του έρωτα• ταυτόχρονα όμως μπλέκει με μια αλήτικη παρέα, που τον παρασέρνει σε διάφορες μαλακίες (μικροκλοπές, κλπ.) και τελικά τον κάνει όχι μόνο να «χάσει» τον έρωτά του, αλλά τον οδηγεί στην απόπειρα βιασμού και ακολούθως στον φόνο μιας συμμαθήτριάς του• και μετά στην αυτοκτονία. Αν και οι υπερβολές της δραματοποίησης δεν αποφεύγονται στην τεχνική ποινή, ομολογώ ότι μου άρεσε από σκηνοθετικής, αλλά και υποκριτικής άποψης: Κυρίως με έβαλε στο mindset του λυκείου και με έκανε να θυμηθώ πώς αισθανόμουν τότε, πως σκεφτόμουν, τι «μαγκιές» έκανα εγώ• και αυτό είναι ένα μεγάλο επίτευγμα των συντελεστών της σειράς, που φυσικά απέχουν κι αυτοί αρκετά χρόνια από την συγκεκριμένη ηλικία.

Ήρθαν στο μυαλό μου πομπώδεις ατάκες όπως «η φιλία είναι για πάντα», και «αυτή η ξενέρωτη δεν πρόκειται να σου κάτσει», αλλά και το μοναδικό συναίσθημα όταν σου λέει ο πρώτος σου έρωτας λίγο πριν «ολοκληρωθεί»:
- Δεν το έχω ξανακάνει…
- Ούτε κι εγώ!

Το κυριότερο όμως είναι ότι κάθισα και σκέφτηκα αναδρομικά πώς τελικά συμπεριφερθήκαμε εμείς στα εφηβικά μας χρόνια, πως ζήσαμε τις φιλίες μας, τους έρωτές μας και τις δύσκολες στιγμές μας• εκεί που η αδρεναλίνη ήταν στο φουλ, εκεί που μια κίνηση μπορεί να στοίχιζε μια φιλία, μια αγάπη, μια ζωή. Γιατί η αλήθεια είναι ότι υπήρξαν τέτοιες στιγμές, πολλές. Καταθέσεις ψυχής, έρωτες, εντάσεις, καταλήψεις, τσαμπουκάδες, τραυματισμοί…
Βλέποντας στιγμές από την «τεχνική ποινή», σκεφτόμουν πόσο θα μπορούσε να έχει στοιχίσει μια δικιά μου «μαγκιά», μια δικιά μου μπουνιά, μια δικιά μου μαλακία της στιγμής. Και το τραγικό και μεγαλειώδες ταυτόχρονα σημείο της τεχνικής ποινής είναι ότι ο θύτης, ο δολοφόνος και αυτόχειρας, δεν είναι το κλασικό τσογλάνι που έκανε κατά συρροή τέτοιες μαλακίες και κάποια στιγμή έχασε τον έλεγχο. Αντιθέτως, είναι ένας έφηβος με προσωπική τιμή και αξίες που έμπλεξε με λάθος άτομα σε λάθος χώρο και λάθος χρόνο, και που έκανε υποκινούμενος κάτι απερίσκεπτο και ταυτόχρονα μοιραίο. Και ακριβώς επειδή δεν μπόρεσε να σηκώσει το βάρος του μοιραίου αυτοκτόνησε.

Σκέφτομαι λοιπόν πώς ισορροπήσαμε εμείς στην εφηβεία μας, πώς δεν περάσαμε την γραμμή του μοιραίου και πώς δεν προσβάλλαμε και δεν βλάψαμε κανέναν τελικά, ενώ βιώσαμε μια παρατεταμένη εφηβική επανάσταση… τα παιδιά του γηπέδου, τα παιδιά με τα σκουλαρίκια και τα άρβυλα, «τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα», που λέει κι ο Σαββόπουλος…
Σίγουρα ο παράγοντας τύχη έπαιξε τον ρόλο του. Δεν ήρθε η κακιά στιγμή. Είμαι πεπεισμένος ότι θα μπορούσε να έχει έρθει σε πολλούς από μας, ανεξαρτήτως ανατροφής και αξιών. Σίγουρα όμως, κυρίαρχο ρόλο έπαιξε ο χαρακτήρας και η ωριμότητα που οδήγησε στην υποσυνείδητη άρνηση να περάσουμε κάποια όρια.

Σκέφτομαι τον πρώτο μου «ολοκληρωμένο» έρωτα όταν ήμουν 16 χρονών. Σκέφτομαι τον Παύλο να μου λέει σε ανύποπτο χρόνο «ό,τι κι αν κάνεις, μην προσβάλεις ποτέ κανένα κορίτσι».
Σκέφτομαι πώς της φέρθηκα• πώς την περίμενα να αποδεχθεί ότι θέλει να μου δοθεί, πώς έμαθα να κάνω έρωτα μαζί της, πώς την πρόσεχα• πόσο ερωτευμένος ήμουνα και πόσο αυθυποβλήθηκα στην παντοτινότητα της εφηβικής αγάπης μέσα από την ανασφάλειά της να απογαλακτιστεί από τον πρώτο της έρωτα • και για πόσο παρέμεινα ο λευκός ιππότης της, μέχρι να ανακαλύψει την χαρά του «γαμιόσαντε» και να την κάνει για άλλες πολιτείες μετά από χρόνια.

Σκέφτομαι τον πατέρα της, που ποτέ δεν χώνεψε το μακρύ μου μαλλί και το δερμάτινο μπουφάν μου, τις μπότες και το σκουλαρίκι μου. Φοβισμένος, νόμιζε ότι αυτά είναι τα εξαρτήματα του αλήτη. Ποτέ δεν αποδέχτηκε το προφανές, ότι η κόρη του θα δοθεί κάποια στιγμή πραγματικά σε κάποιον• πραγματικά σημαίνει και σωματικά. Που προσπάθησε ο έρμος, κακιώνοντάς μου, να προστατέψει το στρεβλό ύψιστο αγαθό της αγνότητας της κόρης του.

Και σκέφτομαι, ότι κάτι τέτοια ανθρωπάκια θα έπρεπε να αισθάνονται ευγνώμονες.

Μπαμπά, σ’ ευχαριστώ.

Monday, 16 June 2008

Τέλος εποχής

Χτες πήγα την παλιά μου τηλεόραση για ανακύκλωση. Είχαν χαλάσει τα ηχεία της και μάλλον δεν άξιζε τα λεφτά μια ενδεχόμενη επισκευή. Αντ' αυτού, πήρα μια good-old CRT με 20 ευρώ, μεταχειρισμένη.

Κι ενώ στην εποχή μας, η πληθώρα των υλικών και η ευκολιά στην αντικατάστασή τους είναι παροιμιώδης, χτες, την ώρα που απόθετα την παλιά τηλεόραση στο "κοντέινερ" της ανακύκλωσης, πέρασε από το μυαλό μου flash-back μια ολόκληρη περίοδος της ζωής μου, που ανήκει οριστικά και αμετάκλητα στο παρελθόν.

Δεν την είχα πολλά χρόνια, σκάρτα πέντε, τέσσερα και κάτι, ίσως... Κι όμως! - μου την είχαν κάνει δώρο συνεταιρικά, μια παρέα των φοιτητικών μου χρόνων· μια παρέα που δεν υπάρχει πια· μια ολόκληρη ζωή που δεν υπάρχει πια. Δεν είμαι πια φοιτητής, δεν ξέρω που βρίσκονται οι άλλωτε κοντινοί φίλοι μου, δεν ξέρω που βρίσκεται η τότε γκόμενά μου. Εγώ, παρολά αυτά, είμαι στο ίδιο μέρος, στο ίδιο σπίτι, με μια καινούργια ζωή· που με διαφορά μερικών χρόνων ακολουθήθηκε κι από μια καινούργια (για μένα) τηλεόραση.

Το περίεργο είναι ότι αυτή η γερασμένη, η παλιά τηλεόραση με έκανε να θυμηθώ, στιγμιαία, όλη εκείνη την περίοδο της ζωής μου. Έτσι απλά, χωρίς να αναπωλήσω τίποτα, χωρις το παραμικρό αποθημένο. Και όταν την απόθεσα στο κοντέινερ, έκλεισα πίσω μου την μεταλική πόρτα· μπήκα στ' αμάξι κι έφυγα σιωπηλά.

"Είναι κάτι σταυροδρόμια μαγεμένα, που συναντιόμαστε και ύστερα χανόμαστε" (Χ&Π Κατσιμίχα, Νύχτωσε Νύχτα)